ΔΕΘα πάμε στην Εκθεση; (minima 002)

»Θεσσαλονίκη

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 1966

Θέμα: Μία επίσκεψις στην 36ην Διεθνήν Εκθεσιν Θεσσαλονίκης

«Σήμερα είναι τα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης. Το πρωί σηκώθηκα, πλύθηκα, έφαγα το πρωινό μου και μετά ρώτησα τη γιαγιά μου: “γιαγιά, θα πάμε στην Εκθεση;” και εκείνη μου απάντησε ότι πρώτα θα πάμε να μου αγοράσει παπούτσια και μετά βλέπουμε. Μετά από λίγη ώρα ήμασταν στο μεγάλο κατάστημα του Μούγερ στην οδό Τσιμισκή. Εκεί ένας κύριος μου έδωσε να δοκιμάσω ένα ζευγάρι καφέ μποτάκια με “κρεπ” για να μη γλιστράνε. Μου άρεσαν και παρακάλεσα τη γιαγιά να τα φορέσω αμέσως. Μετά αποχαιρέτησα τα καλοκαιρινά μου πέδιλα και τα έβαλα μέσα στο κουτί από τα καινούργια παπούτσια και η γιαγιά μου είπε “με γεια σου” και ο κύριος Μούγερ μας είπε “καλό χειμώνα” και φύγαμε. Στο δρόμο εγώ κοιτούσα συνέχεια τα παπούτσια μου που ήταν πολύ ωραία αν και με έσφιγγαν λίγο και σε λίγο φτάσαμε στην Εκθεση.

»Ηταν πολύ ωραία εκεί στην Εκθεση. Είχε κλόουν, το μαλλί μιας γριάς, λουκάνικο με ψωμάκι και μουστάρδα που δεν καίει, “ταμ-ταμ”, μαύρη μπύρα, κάτι τρακτέρ, κάτι άλλα που τα λένε θεριζοαλωνιστικές μηχανές και ήταν ρώσικα, λούνα παρκ, κάτι σαν χτυπητήρια κι ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Βάσια. Αλλά τα παπούτσια μου ήταν πιο ωραία από όλα αυτά και έκαναν κριτς κριτς καθώς πήγαινα πάνω κάτω και έχασα τη γιαγιά και την έψαχνα και από κάτι μεγάφωνα ακουγόταν ότι εκτός από τη γιαγιά είχε χαθεί κι ένα παιδάκι με γαλάζιο μπουφάν σαν το δικό μου, σκούρο μπλε παντελόνι, σαν το δικό μου, και καφέ μποτάκια, σαν τα δικά μου. Και ήλθε ένας άγνωστος κύριος και μια άγνωστη κυρία και με πήγαν στην είσοδο. Εκεί βρήκα, εκτός από τη γιαγιά μου, τον παππού, τη μαμά, έναν θείο πυροσβέστη κι έναν ξάδελφο που ήταν φαντάρος. Μόλις με είδαν, η γιαγιά φώναζε κάτι στα τούρκικα γιατί ήταν από την Πόλη, ο παππούς με πήρε αγκαλιά και μου έδωσε ένα φουρφούρι, η μαμά λιποθύμησε κατάχαμα και οι άλλοι δε θυμάμαι τι έκαναν.

»Μετά πήγαμε σιγά σιγά στο σπίτι, ανοίξαμε την τηλεόραση, είδαμε την κυρία Κυπραίου και τον κύριο Αγιο, έκανα την προσευχή μου και κοιμήθηκα χωρίς να βγάλω τα καινούργια μου παπούτσια».

Αυτά θυμάμαι από τις Εκθέσεις της δεκαετίας του 60. Το μυστηριώδες τάμα της γιαγιάς να μου αγοράζει παπούτσια κάθε χρόνο ανήμερα των εγκαινίων κι εμένα να εκστασιάζομαι και να χάνομαι, επίσης κάθε χρόνο, ανάμεσα στα περίπτερα. Πρέπει να ήμουν το ένα από τα 45 παιδάκια που χάνονταν –κατά μέσο όρο– κάθε χρόνο στην Εκθεση. (Παράδοση η οποία, όπως ανακάλυψα, συνεχίστηκε και στη δεκαετία του 70 από τη Βάγια Ματζάρογλου, βλ. σελίδα 46).

Γενικώς, το όλο πράγμα είχε κάτι το ιδιαίτερα πένθιμο και αρκούντως χαζοχαρούμενο όπως πένθιμος και χαζοχαρούμενος είναι πάντοτε ο Σεπτέμβριος. Οπως πένθιμη και χαζοχαρούμενη ήταν και εκείνη η εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του 60. Από τη μια το Βιετνάμ, οι αγώνες του 1-1-4, η Χούντα που μας ερχόταν με βήμα ταχύ. Από την άλλη η Αλίκη στο Ναυτικό, ο Πασχάλης με τους “Olympians” και η Μαρινέλλα με τον Καζαντζίδη –άρτι νυμφευθέντες– εξώφυλλο στο “Φαντάζιο”. Την ίδια εποχή ο Ντανιέλ Κον Μπετίτ παρακολουθούσε ακόμη επιμελώς τα μαθήματά του χωρίς καμιά φανερή διάθεση εξέγερσης, ο Νιλ Αρμστρονγκ έκανε πρόβες για το πώς να πατήσει με το δεξί στο φεγγάρι, ο Ελβις Πρίσλεϊ, ο Τζίμι Χέντριξ, η Τζάνις Τζόπλιν και ο Τζιμ Μόρισον έχαιραν ακόμη άκρας υγείας και το αυτό επιθυμούσαν και δι’ ημάς.

Η διαδρομή από το Μούγερ μέχρι την Εκθεση και πίσω στο σπίτι κράτησε σχεδόν ολόκληρη τη δεκαετία του 60 παρά τρία χρόνια. Επτά πένθιμους και χαζοχαρούμενους Σεπτεμβρίους τα καινούργια μου παπούτσια και οι μυρωδιές από τα στραγάλια, τα καλαμπόκια και τα σουβλάκια με οδηγούσαν μέχρι την είσοδο της ΔΕΘ.

«Γιαγιά, θα πάμε στην Εκθεση;».

«Μόνο αν μου υποσχεθείς ότι δε θα χαθείς ακολουθώντας τα παπούτσια σου».

Σήμερα, βλέπω τον γιο μου να ανοίγει, στα τρία του χρόνια, τον υπολογιστή, να κάθεται στο γραφείο και να χάνεται στα on line παιχνίδια. Ο μικρότερος –δεν έχει κλείσει χρόνο ακόμη– προσπαθεί να “παρέμβει” στην τηλεόραση κουνώντας το τηλεκοντρόλ λες και είναι “ποντίκι”. Στην ηλικία τους το πιο high tech παιχνίδι μου ήταν ένα view master. Ο άνθρωπος δεν είχε πατήσει ακόμη στο φεγγάρι και μέχρι τα πέντε μου δεν είχα μπει σε ασανσέρ.

Δεν ξέρω αν πρέπει να ζηλέψω ή να ανησυχήσω. Ξέρω μόνο ότι η κάθε γενιά έχεις τους δικούς της πολέμους, τα δικά της παιδιά που χάνονται στο “στοιχειωμένο δάσος”, τους δικούς της πένθιμους και χαζοχαρούμενους Σεπτεμβρίους και ότι ανοίγει δρόμους με τα δικά της καινούργια παπούτσια.

Μ’ αρέσει που φέτος η ΔΕΘ έχει ως σύμβολο τη σβούρα. Μ’ αρέσει αυτό το κλείσιμο του ματιού στη χαμένη μας παιδικότητα. Και είναι η πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια, που θα πάω στην Εκθεση. Μαζί με τους γιους μου. Θα τους αγοράσω και καινούργια παπούτσια...

Υ.Γ.

Κύριε Παντόπουλε, εάν ζείτε ακόμη και τυχαίνει να διαβάζετε αυτό το κείμενο, ελπίζω να μην το μηδενίσετε πάλι ως “εκτός θέματος”.

Σχόλια