Απ' την Αρχή (minima 001)

Πέρασαν κιόλας τέσσερις μήνες από τότε που έπεσε η ιδέα για το περιοδικό που κρατάτε στα χέρια σας. Μάιος, Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος. Οι μήνες που δεν έχουν “ρο” και που το κρασί θέλει νερό, όπως έλεγαν οι παλιοί. Μαζί τους πέρασε –κι έκλεισε– μια ολόκληρη εποχή. Η εποχή πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Η εποχή της διεκδίκησης, της προετοιμασίας και της τέλεσής τους. Οι γραμμές αυτές γράφονται λίγες μόνο ώρες μετά την τελετή λήξης τους. Ακόμη ο λογαριασμός δεν έχει έλθει, αλλά είμαι σίγουρος ότι δε θα τσακωθούμε για το ποιος θα τον πληρώσει. Θα τον πληρώσουμε όλοι. Ρεφενέ. Τελικά, άξιζε τον κόπο όλη αυτή η υπερ-προσπάθεια;
Το αποτέλεσμα δικαίωσε τα συλλογικά μας όνειρα, την αναμονή, την αγωνία,
το κόστος; Θα δείξει! Σημασία έχει ότι τώρα τελειώνει, ουσιαστικά, η δεκαετία του ’90 και ξεκινάει η δεκαετία των ’00s. Μαζί τελειώνει –ύστερα από απίστευτες παρατάσεις– και η μακρόσυρτη περίοδος της Μεταπολίτευσης, για να μην πω ότι με τα εγκαίνια της γέφυρας Ρίου-Αντίρριου, την παράκαμψη της Κακιάς Σκάλας και την ανακατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Αθήνας-Θεσσαλονίκης έκλεισε και η περίοδος του νεότερου Eλληνικού Kράτους, που ξεκίνησε ο Τρικούπης. Μια περίοδος μεγάλων εθνικών στόχων και οραμάτων (και μαζί, βέβαια, πολέμων και καταστροφών).

Μέχρι πριν τρία χρόνια είχαμε τρεις στόχους, που έπρεπε πάση θυσία να πετύχουμε: να μπούμε στην ΟΝΕ, να συλλάβουμε τη 17 Νοέμβρη και θυσία να πετύχουμε: να μπούμε στην ΟΝΕ, να συλλάβουμε τη 17 Νοέμβρη και να κάνουμε επιτυχημένους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το ένα έγινε πριν δύο χρόνια, να κάνουμε επιτυχημένους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το ένα έγινε πριν δύο χρόνια, το άλλο πριν ένα χρόνο και το τρίτο την περασμένη Κυριακή. Στο ενδιάμεσο σηκώσαμε και το τιμημένο της Ευρώπης χωρίς να το έχουμε λογαριάσει ως στόχο. Πιάσαμε 4 στα… 3. Ομως, αυτό ήταν!
Και τώρα τι; Μηδενίσαμε την ταρίφα. Η κούρσα ξεκινάει από την αρχή προς
άγνωστη κατεύθυνση, όπως “ο ταξιτζής” του Στράτου Διονυσίου. Ολο και κάτι ίσως βρούμε –ή μας βρουν– στο δρόμο. Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχει ούτε στόχος, ούτε ορόσημο, ούτε όραμα, που θα πρέπει να υπηρετήσουμε. Η εποχή που ξεκίνησε τη Δευτέρα 30 Αυγούστου 2004 δεν έχει κάποιο ορατό τέλος. Βρισκόμαστε στο άλφα χωρίς να ξέρουμε ποιο θα μπορούσε να είναι το ωμέγα. Αν ήμασταν μόνοι πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είμαστε απολύτως ελεύθεροι. Τώρα είναι η ώρα των “χιλιάδων επιλογών”, ότι είμαστε απολύτως ελεύθεροι. Τώρα είναι η ώρα των “χιλιάδων επιλογών”, όπως θα έλεγε ένας δάσκαλος του Ζεν. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν είμαστε. όπως θα έλεγε ένας δάσκαλος του Ζεν. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν είμαστε.
Δυστυχώς ή ευτυχώς μας τελείωσαν και οι Μεγάλες Ιδέες, οι ήρωες, τα λεφτά και
οι στόχοι. Ούτε ψηλότερα, ούτε μακρύτερα, ούτε γρηγορότερα μας αναγκάζει κανένας Ρoγκ ή κανένας Οσβαλντ να πάμε. Ο Καραμανλής αποδεικνύεται γήινος άνθρωπος και δε φαίνεται να έχει –μέχρι στιγμής– καμιά “πετριά” να μας πάει κάπου συγκεκριμένα. Οπου πάμε εμείς, θα έλθει κι εκείνος μαζί με τη Νατάσσα. Ο Γιώργος Παπανδρέου επίσης. Πείτε μας πού πάτε να έλθουμε. Και Αττική Οδό έχουμε και Εγνατία και την Ιωνία οδό θα κάνει ο Σουφλιάς τώρα που ο Λαλιώτης και η Βάσω του έδωσαν το know-how. Μέχρι και η υποθαλάσσια αρτηρία της Θεσσαλονίκης ξεκινάει οσονούπω. Ζούμε την πρώτη μας μη-τελολογική περίοδο ως λαός, ως έθνος, ως κοινωνία. Μια περίοδος που δεν έχει καν την ανόητη αθωότητα του καινούργιου, του “μοδάτου”, του hype. Τα PC κοντεύουν να πουληθούν σε πάγκους στα πανηγύρια, ο κυρ-Κώστας έχει πλήρη επίγνωση του τι ακριβώς προσφέρει το I-Mode και τι το ΤΙΜ-Imagine, οι πιτσιρικάδες έχουν αρχίσει να παίζουν Play-station από τη θερμοκοιτίδα, το μέσο νοικοκυριό έχει ίσα με 300 DVD από τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Τα πρώτα θύματα αυτής της νέας εποχής θα είναι τα κανάλια, το τα περιοδικά. Τα πρώτα θύματα αυτής της νέας εποχής θα είναι τα κανάλια, το υστερικό life-style και όλοι όσοι είχαν επενδύσει στις θεωρίες του στόχου και του τέλους που τις τρεις τελευταίες δεκαετίες συνοψίζονταν στο: ό,τι φάτε, ό,τι πιείτε κι ό,τι αρπάξει η θεαματικότητά μας. Τα λεγόμενα “target group” χάνονται πιο κι ό,τι αρπάξει η θεαματικότητά μας. Τα λεγόμενα “target group” χάνονται πιο γρήγορα και από τους τελευταίους ΚNίτες, που είχαν απομείνει από τη δεκαετία του ’80. Τα τμήματα marketing τραβούν τα μαλλιά τους και μετά κατεβαίνουν στο δρόμο και μοιράζουν διαφημιστικά φυλλάδια σε όποιον περνάει, πετάει ή κολυμπάει από μπροστά τους. Ο τελευταίος χορηγός ήταν εκείνος που έκλεισε την πόρτα του ΟΑΚΑ, όταν έσβησαν τα φώτα της Ολυμπιάδας. (Ο προ-τελευταίος ήταν εκείνος του Κεντέρη και της Θάνου). Οσοι πόνταραν στο ορόσημο που λέγεται “2004” εξαργυρώνουν τις μάρκες τους στο ταμείο και ξεκινούν σεμινάρια επαγγελματικού προσανατολισμού. Το πράγμα θα μπορούσε να είναι υπέροχο, αν δεν έκρυβε απίστευτους κινδύνους.
Δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Από την Επανάσταση του 1821 μέχρι την
περασμένη Κυριακή ό,τι κάναμε το κάναμε στο όνομα ενός στόχου, μιας ιδέας ή μιας εμμονής. Δε μας έβγαινε πάντοτε σε καλό –έτσι χάσαμε τη Μικρά Ασία, τον ελληνισμό της Πόλης, τη μισή Κύπρο– αλλά και το άλλο δεν το έχουμε δοκιμάσει μέχρι τώρα.
Προσαρμόζαμε τα πάντα γύρω μας και τον εαυτό μας τον ίδιο με βάση
κάποια εθνική, συλλογική –όπως θέλετε πείτε την– εμμονή. Δικαιολογούσαμε τις αδυναμίες μας, τα ξεσαλώματά μας, το φανφαρονισμό μας, αντέχαμε τα προβλήματά μας, το νέφος, τους σκαμμένους δρόμους, δεχόμασταν τις λιτότητες, τις φορολογίες, τις αυξήσεις. Γκρινιάζαμε, αλλά το φιλότιμο δε μας άφηνε να πούμε “άι σιχτίρ, κι εσείς και ο γρύλος σας” και μετά να μας ξεφτιλίσει η Washington Post. Μπορεί το στοίχημα να μην ήταν καν δικό μας, εμείς όμως τρέχαμε σαν να ήταν. Μπας και μας κάτσει! Τώρα δικό μας, εμείς όμως τρέχαμε σαν να ήταν. Μπας και μας κάτσει! Τώρα δεν υπάρχει κανένα στοίχημα ούτε για το 2010, ούτε για το 2020, ούτε για δεν υπάρχει κανένα στοίχημα ούτε για το 2010, ούτε για το 2020, ούτε για το 3040! Τίποτα μεγάλο δεν υπάρχει μπροστά μας, καμιά κορυφή. Κι εδώ είναι ο μεγάλος κίνδυνος, να χαθούμε στον ωκεανό της πληροφορίας χωρίς πυξίδα, χωρίς χάρτη, χωρίς τιμόνι, χωρίς αιτία. Χωρίς αγώνα αύριο. Το “να μην πιστεύεις τίποτα, να μην ελπίζεις τίποτα, να είσαι ελεύθερος” είναι εκπληκτικό ως επιτύμβιο, αλλά άχρηστο σαν οδηγός ζωής κι ας συγχωρέσει ο Καζαντζάκης την ασέβεια.
Η εποχή που αρχίζει είναι εποχή αναμέτρησης με την πραγματικότητα, με τον Η εποχή που αρχίζει είναι
εποχή αναμέτρησης με την πραγματικότητα, με τον εαυτό μας τον ίδιο. Είναι η εποχή που ή θα θυμηθούμε όσα έχουν ξεχαστεί, εαυτό μας τον ίδιο. Είναι η εποχή που ή θα θυμηθούμε όσα έχουν ξεχαστεί, θαφτεί, κρυφτεί, αλλοιωθεί ή θα κοιμηθούμε με ανοιχτή την τηλεόραση θαφτεί, κρυφτεί, αλλοιωθεί ή θα κοιμηθούμε με ανοιχτή την τηλεόραση αφημένοι στην υπερβολή της πληροφορίας, στη σύγχυση, στο απόλυτο τίποτα, σαν ήρωες έργων του Beckett αναπολώντας τις “Ωραίες Ημέρες” που πέρασαν. Ακόμη χειρότερα, χωρίς ένα κοινό στόχο που να μας ενώνει, κινδυνεύουμε να συγκρουστούμε με τον Αλλο. Τον διπλανό, τον γείτονα, τον “ξένο”, τη μάνα μας, το παιδί μας. Σε έναν εξαιρετικά παράλογο, αλλά και εξαιρετικά αιματηρό, πόλεμο που μπορεί να έχει ακόμη και τη μορφή ενός ριάλιτι στο οποίο θεατές, κριτές, τηλεκριτικοί, παρουσιαστές, θύματα και θύτες θα εναλλάσσονται διαρκώς μέχρι τελικής εξόντωσης όλων. Κάπως έτσι –ή μόνον έτσι– θα δικαιωθούν και οι προβλέψεις του Φουκουγιάμα περί έτσι –ή μόνον έτσι– θα δικαιωθούν και οι προβλέψεις του Φουκουγιάμα περί του τέλους της Ιστορίας. του τέλους της Ιστορίας.
Οταν κανένα χρονόμετρο δε μετράει πια αντίστροφα τις ημέρες και τις
ώρες, τότε το μόνο που σου μένει είναι το χρονόμετρο της ζωής σου. Τότε αρχίζεις κι ακούς την ανάσα σου. Τότε μπορείς, αν θες, να ονειρευτείς όνειρα και όχι ψυχαναγκαστικά οράματα. Ή να συντριβείς. Μπορείς να αναζητήσεις το μέτρο των πραγμάτων, τον πραγματικό ρόλο σου στον κόσμο. Ή να καταστρέψεις τον κόσμο. Να θυμηθείς όσα έχουν ξεχαστεί ή θαφτεί κάτω από τη ροή των γεγονότων και τον πολτό των πληροφοριών. Ή να βουλιάξεις. Να στοχαστείς. Ή να χάσεις και τη σκιά σου.
Οταν κανένα ορόσημο δεν μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις τη μοναξιά σου Οταν κανένα ορόσημο δεν
μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις τη μοναξιά σου και ο θάνατος γίνεται το μόνο σίγουρο ορόσημο, τότε μπορείς να δώσεις και ο θάνατος γίνεται το μόνο σίγουρο ορόσημο, τότε μπορείς να δώσεις σημασία στο ελάχιστο, το στοιχειώδες και να παρατηρήσεις ότι ένας σημασία στο ελάχιστο, το στοιχειώδες και να παρατηρήσεις ότι ένας κόκκος άμμου έχει πολύ περισσότερο νόημα από τα σύγχρονα μεγαλιθικά κόκκος άμμου έχει πολύ περισσότερο νόημα από τα σύγχρονα μεγαλιθικά μνημεία και τις στέγες του Καλατράβα. Να ακούσεις και πάλι τη φωνή του μνημεία και τις στέγες του Καλατράβα. Να ακούσεις και πάλι τη φωνή του Καζαντζίδη ατόφια, καθαρή ει δυνατόν “ακαπέλα”, τον Μάρκο Βαμβακάρη χωρίς τα φτιασίδια και τα βιμπράτα των διασκευαστών του, τον Satie και τον Debussy, το Bolero του Ravel, τον Ξενάκη, τους Kraftwerk, τον Philip Glass, τον Κωνσταντίνο Βήτα, το ζουρνά που ακούγεται τώρα κάτω από τα γραφεία της εφημερίδας στην Τσιμισκή. Να (ξανα)δείς το Koyaanisqatsi του Godfrey Reggio, τη “Θυσία” του Ταρκόφσκι, τoν Iggy Pop στα 60φεύγα του να χτυπιέται όσο και στα 23 του, την Βjork να γίνεται θάλασσα. Να διαβάσεις ένα στίχο του Χριστιανόπουλου και να νιώσεις το ίδιο χορτάτος σαν να είχες διαβάσει τριάντα “Κώδικες Ντα Βίντσι”. Και μετά να μπεις στη μικρή χάρτινη βάρκα, σαν το παιδάκι του Παπαϊωάννου για να ταξιδέψεις στο Χρόνο, στον Κόσμο, στη Ζωή, στις Ιδέες, στη Γνώση.
Γιατί minima; Ενα τέτοιο ταξίδι προτείνει το περιοδικό του
οποίου το πρώτο τεύχος κρατάτε σήμερα στα χέρια σας.
“ΜΙΝΙΜΑ”, για όσους ίσως αναρωτήθηκαν για τη λέξη και τη λατινική
της απόδοση, σημαίνει τα μικρά, τα στοιχειώδη, τα ελάχιστα, τα απλά, τα βασικά, τα “εκ των ων ουκ άνευ” (minima πληθυντικός της λέξης minimum). Είναι, όμως, κι αυτό που ακούγεται: το μήνυμα, το άγγελμα, το μαντάτο. Ενα περιοδικό που δε θέλει να πρωτοτυπήσει –“Η πρωτοτυπία”, όπως λέει ο Τομ Ρόμπινς, “είναι κάτι που το επικαλούνται μονάχα οι αφελείς, οι ρομαντικοί ή οι απατεώνες”– αλλά απλά να επιχειρήσει, με αφορμή ένα θέμα, να μεταμορφώσει τις πληροφορίες σε έκπληξη, σε έμπνευση, ανασύροντας μνήμες, συλλέγοντας μικρές λεπτομέρειες σαν να είναι κοχύλια, προφέροντας, σαν να είναι η πρώτη φορά, τις λέξεις. Όχι γιατί αρκούμαστε με τα λίγα, αλλά γιατί η εποχή των Μεγάλων μόλις μας τέλειωσε...
Ξημερώνει. Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου. Κατεβαίνω στην παραλία. Πριν τέσσερις
μήνες μάζεψα ένα βότσαλο και το έβαλα στην τσέπη μου. Σήμερα θα το επιστρέψω στη θάλασσα και θα περιμένω να κρεμαστεί ο “Αγγελιοφόρος” στο περίπτερο. Σαν μια μποτίλια με ένα μήνυμα. Καλημέρα!

Σχόλια

  1. Κάποιος ήρθε στο blog μου βλέπωντας την σελίδα αυτή.
    Μου φάνηκε περίεργο η "παλιά" ημερομηνία. Και ήρθα στο edito του Αλφα.
    Αχ, αναμνήσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και μη χειρότερα!

    Λες να ήταν ο Γ. Μ. ???

    Μπρρρρρρρρρρρρρρρ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου