Το πλοίο των τρελών



του Ευγένιου Αρανίτση

Τώρα κλαις. Γιατί κλαις; Συ δεν ήσουν που γέλαγες χτες;

ΛΑΪΚΟ

Κοίταζα μάλλον αφηρημένος τις εικόνες που πρόβαλλε η ΝΕΤ από το αεροπλανοφόρο Ρούσβελτ, πλωτή βάση στην ανατολική Μεσόγειο εν όψει των επιχειρήσεων στο Ιράκ και, αναπάντεχα, με άγγιξε η ανάμνηση της εποχής όπου τέτοια γιγάντια πρότυπα πολεμικής ετοιμότητας αποτελούσαν μέρος του σκηνικού της ευφορίας, εκείνου του κοσμοπολίτικου εξωραϊσμού της Δύσης που χαρακτήριζε τη δεκαετία του '60. Αυτή η ανάμνηση, πιστεύω, έφερνε μαζί της έναν αναδρομικό προϊδεασμό των όσων ακολούθησαν.

Συγκρατώ εικόνες του 6ου Στόλου στο Ιόνιο, στην Κέρκυρα. Ο στόλος προκαλούσε αισθήματα θαυμασμού. Οχι ότι έλλειπαν οι άνθρωποι που αντιμετώπιζαν την αμερικανική επίδειξη δύναμης καχύποπτα ή εχθρικά, αλλά η φήμη που πλανιόταν γύρω απ' τα φωτισμένα πλοία, τις νύχτες του καλοκαιριού, στο παλιό λιμάνι ή στον κόλπο της Γαρίτσας, ήταν αυτή ενός μυθικού αριστουργήματος ήρεμης αποφασιστικότητας, η ανταύγεια του προηγμένου πολιτισμού και της συναρπαστικής υπόσχεσης ενός μέλλοντος όπου η λύση των διαφορών θα υπάκουε στη φαντασμαγορία της τεχνολογικής περιοχής.

Καταλαβαίνει κανείς, εκ των υστέρων, ότι σ' αυτό το εκστατικό βλέμμα που έριχνε ο κόσμος στα πλωτά φρούρια ενυπήρχε κάτι από την ασυνείδητη λατρεία των φασιστικών τελετουργικών. Η επαλήθευση του αναντίρρητου της βίας, η ρωμαϊκή μεγαλοπρέπεια ενός υπερθεάματος του θανάτου, τέτοιες συγκυρίες κάνουν το βλέμμα να μουδιάζει. Το δέος ξεκινούσε αθώα, όπως αυτό των παιδιών τη στιγμή που εισβάλλει στην ταινία το ιππικό με σαλπίσματα. Ο παιδόκοσμος είχε ταυτιστεί με τους Αμερικανούς μέσω των πολεμικής εποποιίας του Χόλιγουντ και ο στόλος έμοιαζε να βγαίνει απ' αυτό το ιλιγγιώδες σκηνικό και να υλοποιείται μπροστά στα μάτια του.

Κάποιος δάσκαλος είχε την έμπνευση να μας κουβαλήσει, καμιά τριανταριά παιδιά, για μια επίσκεψη στη ναυαρχίδα, και ο αξιωματικός μάς ξενάγησε στο κατάστρωμα, πολυάσχολος αλλά ευγενικός. Θυμάμαι καθαρά ότι δεν συμμεριζόμουν το ζήλο των υπολοίπων. Η ένταση, περίπου ερωτική, της παιδιάστικης αποχαύνωσης απέναντι στα θηρία της τεχνολογίας δεν με επηρέαζε, δεν μου άρεσαν οι μηχανές, είτε πλωτές, είτε ιπτάμενες, είτε τροχοφόρες, όμως μονάχα αργότερα αντιλήφθηκα πως η χλιαρή μου αντίδραση όχι μόνον υπήρξε δικαιολογημένη αλλά μπορούσε κάλλιστα να συγκριθεί με την πιο σοφή πρόνοια. Για την ακρίβεια, την εξής πρόνοια: δεν ήθελα να πεθάνω δοκιμάζοντας καινούρια όπλα. Απλώς δεν ήθελα να πεθάνω.

Η ανισορροπία που υποδαυλίζει το καλωσόρισμα της καταστροφής ενυπάρχει σε όλους. Εγκαινιάζει την έκφρασή της με τα παιχνίδια και τις ταινίες των οκτάχρονων και καταλήγει σε συγκρούσεις ενηλίκων, όπου ο θάνατος δεν αστειεύεται. Απαρατήρητο περνάει το γεγονός ότι η φαντασιακή αυτή βαναυσότητα, που έρχεται σαν ευτυχής αποφόρτιση μιας οργής σύμφυτης στον άνθρωπο, είναι ήδη διάχυτη παντού. Σήμερα, βασιλεύει με τη μορφή μιας γεμάτης μίσος, μουλωχτής συναίνεσης. Μου φαίνεται αλλόκοτο να απεχθάνεται κανείς τον πόλεμο από ανθρωπισμό ή πολιτική τοποθέτηση, τη στιγμή που επιτρέπει μετά χαράς στη φασιστική συγκρουσιακή πραγματικότητα να κυβερνάει τη ζωή του, συγχέοντάς την με τον ορθολογισμό και την ευημερία.

Μ' άλλα λόγια, σ' ένα σύμπαν όπου η βία των μηχανών, η βία των κανόνων συναναστροφής και η βία που επιβάλλεται στην σκέψη από το λειτουργικό πλαίσιο της πληροφορικής συνιστούν το αποδεκτό, το επιθυμητό περιβάλλον, είναι παράλογο να διαμαρτύρεσαι μόλις ο τρόμος αρχίσει να παρουσιάζεται συμπυκνωμένος σε συγκεκριμένα όργανα μαζικού ολέθρου. Αυτό ο άνθρωπος δεν εννοεί να το αντιληφθεί. Θέλει να έχει το πλεονέκτημα της άσκησης βίας, της συμμετοχής στη βία, αν η βία διοχετεύεται π.χ. στη μηχανή ενός πυραυλοκίνητου οχήματος που βρυχάται, όμως αν ο βρυχηθμός αρχίζει να σκοτώνει, διαμαρτύρεται. Ο άνθρωπος επαινεί το φασιστικό πρόσταγμα όταν αυτό εξυπηρετεί τις καθημερινές του δοσοληψίες, μόλις όμως οι δοσοληψίες περάσουν επίσημα στην αρμοδιότητα των Ες Ες, ξυπνάει ενοχλημένος και απορεί για το πώς οδηγήθηκε η κατάσταση ώς εδώ.

Το είδος των κατόπιν εορτής αντανακλαστικών με εντυπωσίαζε ανέκαθεν. Απαιτεί κανείς από την κοινωνική εμπειρία να θέτει ένα όριο από μόνη της έτσι ώστε το υποκείμενο να απολαμβάνει τη διαστροφή του δίχως να υφίσταται τα επακόλουθα. Το ανθρωπάκι εγκρίνει ολόψυχα τη βιομηχανική πρόοδο και τις ανέσεις που προσφέρει αλλά αγανακτεί με τη μόλυνση της ατμόσφαιρας. Το καλό ανθρωπάκι θέλει τη Φεράρι του, όλον εκείνο τον παροξυσμό μεγαλομανίας που μεταφράζεται στο μουγκρητό του κινητήρα, θέλει το φιγουρατζίδικο πειρασμό της επιτάχυνσης και του δικαιώματος να πατάει κανένα ζωάκι στο δρόμο σαν ο Μέγας Αρσενικός Κυρίαρχος, μόλις όμως αυτά τα φρικτά πλεονεκτήματα μετατραπούν σε πυραύλους που σημαδεύουν την κεφάλα του, αλλάζει το πράγμα.

Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να βλέπει την ανθρωπότητα σαν ωμό κρέας. Η μυρωδιά του κρέατος πλανάται παντού, στην τέχνη, στον αθλητισμό, στη γενετική και τη βιολογία, στην απόσυρση της ψυχής από τις ζώνες δικαιοδοσίας της, στην αντίληψη που διέπει την εργασία. Τώρα, κακό Μπους, κακό Σαντάμ, τέλουν φντιάξει από αντρώπινο κρέαζ κιμά ψιλοκομμένο. Ωωω, πολύ αργά για δάκρυα! Είναι σαν το σύνθημα κάποιων αναρχικών που είδα γραμμένο σ' έναν τοίχο στου Γκύζη: «Γλείψε παγωτό, όχι αφεντικό», έλεγε το σύνθημα. Οι νεοσύλλεκτοι της επανάστασης δεν έχουν καταλάβει ακόμη ότι, ακριβώς, ΤΟ ΠΑΓΩΤΟ είναι το αφεντικό.

Σχόλια